‘Τα ισόβια να μην είναι ισόβια!’ Με αφορμή την αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου.

Τις τελευταίες μέρες έχει επιστρέψει στον δημόσιο διάλογο η πιο εκδικητική άποψη για την πολιτική και ποινική κράτηση. Η αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, μια αποφυλάκιση που ήδη είχε αργήσει χρόνια καθώς από το 2021 έπρεπε να είχε αποφυλακιστεί όπως και οι άλλοι φυλακισμένοι ως μέλη της 17 Νοέμβρη, έχει βγάλει στην επιφάνεια συντηρητικά επιχειρήματα όπως τα «πραγματικά» ισόβια.

Η άμεση παρέμβαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την αναίρεση του βουλεύματος αποφυλάκισης του Αλ. Γιωτόπουλου αποκαλύπτει μια σπουδή που υπερβαίνει τη συνήθη δικαστική πρακτική, αναδεικνύοντας ότι στην υπόθεση πρυτανεύουν πολιτικές σκοπιμότητες. Ο ίδιος εισαγγελίεας που αποφάσισε να μην ανασυρθεί από το αρχείο η υπόθεση των υποκλοπών, προχωράει τώρα σε μια ωμή παρέμβαση που καταλύει την αστική νομιμότητα προς όφελος επικοινωνιακών και πολιτικών αναγκών της κυβέρνησης.

Νομικά, η αποφυλάκιση είναι επιβεβλημένη. Για τους καταδικασθέντες της 17Ν ισχύει ο παλιός Ποινικός Κώδικας, ο οποίος έθετε ως όριο τα 19 έτη πραγματικής έκτισης για τους πολυ-ισοβίτες. Σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου νόμου, οποιαδήποτε μεταγενέστερη αυστηροποίηση, όπως τα 25 έτη του νέου Κώδικα, δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικά. Η νομολογία είναι σαφής: οι ευνοϊκότερες διατάξεις αποτελούν κεκτημένο του κράτους δικαίου.

Παρά ταύτα, παρατηρούμε μια μεθοδευμένη νομική ακροβασία. Όπως φάνηκε και στην περίπτωση Κουφοντίνα, οι δικαστικές αρχές επιχειρούν να κατασκευάσουν ένα ανύπαρκτο «νομοθετικό κενό» για να παρακάμψουν τον νόμο. Αυτή η αυθαίρετη ερμηνεία στερείται επιστημονικού ερείσματος και στοχεύει αποκλειστικά στην παραμονή των συγκεκριμένων κρατουμένων στη φυλακή πέραν των νομίμων ορίων, μετατρέποντας τη δικαιοσύνη σε εργαλείο εκδίκησης.

Η μόνη ερμηνεία αυτού είναι ότι η κυβέρνηση υλοποιεί μία τακτική παραδειγματισμού και αυστηροποίησης με πρόσχημα τη δράση της 17η Νοέμβρη ή του εκάστοτε εχθρού. Παρότι οι θιασώτες της ανεξάρτητης αστικής δικαιοσύνης διακηρύσσουν μετά παρρησίας ότι δεν υφίσταται εκδικητική φύση της δικαιοσύνης είναι φανερό ότι η αντιμετώπιση του «εχθρού» δημιουργεί καθεστώτα εξαίρεσης σε σχέση με τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και την τήρηση των νόμων. Αυτο αποδεικνύεται από τα  αντανακλαστικα εισαγγελικης αρχής, κυβέρνησης και μιντιακου κατεστημένου που δεν ήταν καθόλου όμοια στην περίπτωση της αποφυλακισης του αρχηγού της ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης Χ.Α, ενώ αν θυμηθεί κανεις το χρόνο παραμονής στη φυλακή των ενορχηστρωτών της Χούντας, ευκολα μπορεί να βγάλει το ίδιο συμπέρασμα. Από την άλλη, ο κρατούμενος Γιωτόπουλος παύει να αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο δικαίου και αντιμετωπίζεται ως «εχθρός» που πρέπει να εξοντωθεί.

Για αυτό και η υπόθεση Γιωτόπουλου δεν αφορά μόνο τον ίδιο, τους άμεσα εμπλεκόμενους/-ες ή τον κόσμο του αγώνα και της αλληλεγγύης. Είναι πρώτα και κύρια, μία κοινωνική υπόθεση που σχετίζεται με το επίπεδο των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στη χώρα. Δικαιώματα που έχουν δεχθεί ισχυρή επίθεση τα τελευταία χρόνια, με τις νέες αναθεωρήσεις του Ποινικού Κώδικα.

Από τη πλευρά μας, δηλώνουμε ότι δεν αρκεί η αντίδραση στην επιμέρους αλλαγή ή σκλήρυνση. Πρέπει να αγωνιζόμαστε για να ξηλωθούν όλες οι αντιδραστικές διατάξεις και ρυθμίσεις του Ποινικού Κώδικα, διατάξεις που περιορίζουμε τις πολιτικές ελευθερίες και στοχοποιούν τη πολιτική δράση.