Η πράσινη μετάβαση είναι αναγκαία. Αυτό δεν αμφισβητείται. Οι συνέπειες της κλιματικής κρίσης είναι ήδη ορατές. Τον Σεπτέμβριο του 2023, ο κατακλυσμός «Daniel» ισοπέδωσε τη Θεσσαλία, την καρδιά της αγροτικής παραγωγής, προκαλώντας ζημιές 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ και πλήττοντας δυσανάλογα τις πιο ευάλωτες κοινότητες.
Η αναγκαία κλιματική πολιτική, ωστόσο, δεν είναι απλώς επιλογή ανάμεσα σε «πράσινο» και «μη πράσινο», αλλά ταυτόχρονα απόφαση για το ποιος θα σηκώσει το αντίστοιχο βάρος. Τα αναγκαία αυτά μέτρα συνεπάγονται δομικές αλλαγές που επιβαρύνουν άνισα διαφορετικές ομάδες: εργαζόμενους σε λιγνιτωρυχεία, κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών και νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος που βιώνουν ενεργειακή φτώχεια.
Από τη δεκαετία του 1980, το εργατικό κίνημα υποστηρίζει ότι οι περιβαλλοντικές παρεμβάσεις οφείλουν να εγγυώνται πως η οικολογική αναδιάρθρωση δεν θα μετακυλήσει τα κόστη της στους εργαζόμενους των πιο ρυπογόνων κλάδων. Οι ανησυχίες αυτές αποκρυσταλλώθηκαν στην έννοια της δίκαιης μετάβασης, που εμφανίζεται πλέον σε κείμενα από τη Συμφωνία του Παρισιού έως τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Δίκαιης Μετάβασης του Ευρωπαϊκού Πράσινου Συμφώνου.
Παρά την κεντρική τους θέση, τα διεθνή αυτά κείμενα δεν παρέχουν ένα σαφές πλαίσιο αξιολόγησης. Αναφέρονται στη δίκαιη μετάβαση γενικόλογα, χωρίς να εστιάζουν σε μέτρο σύγκρισης που να επιτρέπει την κρίση αν μια πολιτική είναι όντως δίκαιη. Το κενό δεν είναι θεωρητικό. Δίχως συγκεκριμένο τρόπο υπολογισμού, δεν μπορούμε να απαντήσουμε πώς σχεδιάζουμε συνεκτικές παρεμβάσεις, με ποιον γνώμονα επιλέγουμε ανάμεσα σε εναλλακτικές, ποιες επιλογές αποκλείονται από τον ορισμό της δίκαιης στροφής ή πού πρέπει να κατευθυνθούν και να ιεραρχηθούν οι πόροι του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης.
Για να απαντήσουμε, χτίσαμε ένα κανονιστικό οικονομικό μοντέλο, βασισμένο σε ευρέως αποδεκτές φιλελεύθερες θεωρίες κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο πυρήνας του: ίδια ευθύνη για την περιβαλλοντική καταστροφή δεν δικαιολογεί άνισα βάρη. Δεν είναι δίκαιο μια εργάτρια σε εργοστάσιο λιγνίτη, που ευθύνεται το ίδιο (αν όχι λιγότερο) για την κλιματική αλλαγή με έναν βιομήχανο στην Αθήνα, να επωμίζεται πολλαπλάσιο κόστος από τα αναγκαία μέτρα.
Πώς, λοιπόν, μπορούμε να πετύχουμε την εξίσωση των σχετικών επιβαρύνσεων ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες; Ο πιο άμεσος δρόμος είναι να εστιάσουμε σε εκείνες που υφίστανται τις μεγαλύτερες απώλειες, ως ποσοστό του εισοδήματός τους, μέγεθος που αποτυπώνει καλύτερα την ικανότητα ενός ανθρώπου να αντέξει το πλήγμα. Μια ζημία 100 ευρώ έχει εντελώς διαφορετική βαρύτητα για ένα νοικοκυριό χαμηλού εισοδήματος απ’ ό,τι για ένα υψηλού. Ανάμεσα σε όλες τις πολιτικές που επιτυγχάνουν τον ίδιο περιβαλλοντικό στόχο, δίκαιη είναι εκείνη που ελαχιστοποιεί την επιβάρυνση της πιο πληττόμενης ομάδας, ώστε η μετάβαση να μην αυξήσει τις ανισότητες.
Επιπλέον, η απώλεια εισοδήματος δεν είναι το μόνο κόστος. Μια ολόκληρη κοινότητα μπορεί να χάσει τον κοινωνικό ιστό της, όταν κλείσει το ορυχείο που τη συντηρούσε, η ανεργία φέρνει ψυχολογική φθορά και επιδείνωση της υγείας, η έλλειψη εναλλακτικών μορφών θέρμανσης ή μετακίνησης πλήττει καθημερινά τις συνθήκες και ποιότητα ζωής.
Στη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη, όπου χιλιάδες θέσεις εργασίας εξαρτώνται ακόμη από τον λιγνίτη, το πλαίσιο αυτό δοκιμάζεται στην πράξη. Αν η απολιγνιτοποίηση σχεδιαστεί χωρίς να μετρηθεί το σχετικό κόστος για τις ενεργειακές κοινότητες, το πιθανότερο είναι οι πόροι του Ταμείου να μην κατευθυνθούν στη διασφάλιση ισότιμων ή καλύτερων θέσεων εργασίας, στην ουσιαστική στήριξη των νοικοκυριών και στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τα φτωχότερα στρώματα. Με αυτό τον τρόπο, η αναγνώριση της άνισης ευθύνης θα δικαιολογούσε ακόμη μεγαλύτερη μεταφορά πόρων στις ομάδες που πλήττονται περισσότερο, ώστε το βάρος να πέσει σε όσους επωφελήθηκαν περισσότερο από το οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης που τώρα είναι αναγκαίο να εγκαταλείψουμε.

