Η ριζοσπαστική αριστερά πρέπει να είναι κομμάτι των εξελίξεων

Αλλιώς ποιος ο λόγος να υπάρχει;

Με αφορμή την εισήγηση του συντρόφου Αντώνη Νταβανέλου στην εκδήλωση που διοργάνωσε το Rproject στις 17 Ιουνίου, στο Πολυδύναμο Κέντρο 7ης Δημοτικής Κοινότητας στην Πανόρμου, με τίτλο «Η ριζοσπαστική αριστερά μπροστά στις πολιτικές εξελίξεις», και την ανακοίνωση της «Πρωτοβουλίας για μια νέα, ενωτική και ανατρεπτική αριστερά», καταθέτουμε μια συμβολή στη συζήτηση της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Αντιμετωπίζοντας τη βεβαιότητα των εκλογών τους επόμενους (λίγους;) μήνες, η Αριστερά, σε όλες της τις εκφάνσεις, διαμορφώνει τη διάταξη μάχης της απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ, την εγχώρια ακροδεξιά που θέλει να εκμεταλλευτεί τον ούριο άνεμο που πνέει σχεδόν στο σύνολο των δυτικών χωρών, και τις εναλλακτικές που προωθεί η βαθιά ολιγαρχία για να ισορροπήσει την παντοκρατορία του πρωθυπουργικού μπλοκ. Η ΕΛΑΣ του Τσίπρα προορίζεται για αντίπαλο δέος μόνο στις δημοσκοπήσεις και τα επιφαινόμενα, χωρίς να φέρνει ουσιαστική αλλαγή παραδείγματος στην κυρίαρχη πολιτική.

Οφείλουμε, ωστόσο, να παραδεχτούμε ότι ο χώρος που βρήκε ο συστημικά αναβαπτισμένος Αλέξης Τσίπρας παραχωρήθηκε και από την Αριστερά. Από το 2019 και τη σαρωτική επιστροφή της ρεβανσιστικής δεξιάς της ΝΔ, η Ριζοσπαστική Αριστερά στερείται αποφασιστικών κινήσεων που θα την τοποθετούσαν στην πρωτοπορία της υπαρκτής λαϊκής αντιπολίτευσης, θα επανεκκινούσαν τη σχέση της με τα πληττόμενα και αγωνιζόμενα κοινωνικά υποκείμενα και θα της έδιναν την απαραίτητη καύσιμη ύλη για την επιστροφή της στο πολιτικό προσκήνιο.

Είναι πρόδηλο ότι οι ευθύνες βαραίνουν το σύνολο των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς. Πέφτουν όμως ακόμα πιο βαριές στις πλάτες των τμημάτων της που διακηρύσσουν ότι η πρόκληση ρηγμάτων στην κυρίαρχη πολιτική και η διαμόρφωση μιας αριστερής εναλλακτικής αποτελούν υπαρκτές δυνατότητες του σήμερα.

Βασίζονται στις ανάγκες της λαϊκής πλειοψηφίας, που υποφέρει από την ακρίβεια στα βασικά αγαθά, τη στασιμότητα των μισθών, την πολεμική απειλή — ήδη πραγματικότητα για εκατομμύρια ανθρώπους στις παρυφές της Ευρώπης — που φέρνει το ReArm Europe και ο μετασχηματισμός μιας ήδη αντιδραστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια ολοκλήρωση που θα σκορπίσει θάνατο για να διεκδικήσει την επιβίωσή της εις βάρος της λαϊκής πλειοψηφίας των μελών της και των γειτονικών λαών.

Στην κλιματική κατάρρευση, που αλλάζει το ίδιο το «γήπεδο» μέσα στο οποίο αναπτύσσεται και βιώνεται η ζωή και η πολιτική πάλη. Στην υποβάθμιση όλων των δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών προς όφελος ιδιωτικών κεφαλαίων, που ασύδοτα διεκδικούν την απόσπαση κέρδους αδιαφορώντας για την κοινωνική έρημο που δημιουργούν, και στην ολοένα πιο σφιχτή «αγκαλιά» του κράτους και των κατασταλτικών μηχανισμών του, σε μια πρωτοφανή σταυροφορία περιορισμού δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Αυτά πρέπει να είναι τα κυρίαρχα ζητήματα που ορίζουν τις επιλογές της Ριζοσπαστικής Αριστεράς σήμερα· από εκεί πρέπει να ξεκινάμε. Είναι πάντα σημαντικό να οικοδομούμε πολιτικά οχήματα δημοκρατικά, συμμετοχικά, με αναφορά στις πιο συμβατές ριζοσπαστικές θεωρίες της εποχής μας και στη διαρκή αναζήτηση εναλλακτικών που φαίνονται λογικές στην εργαζόμενη πλειοψηφία.

Είναι όμως αδύνατον να τα συγκροτούμε στο περιθώριο ή παράλληλα με τις κύριες πολιτικές μάχες της εκάστοτε περιόδου. Η εμπειρία διδάσκει ότι η διατήρηση της επαφής της Αριστεράς με την πραγματική κοινωνική κίνηση γύρω της είναι διαρκές διακύβευμα. Μια μόνιμη προσπάθεια επανακατοχύρωσης της ζωτικής επαφής με τα λαϊκά στρώματα, που δύσκολα περνούν τις πόρτες των γραφείων μας.

Ενώ η περιγραφή των κυρίαρχων προκλήσεων της συγκυρίας ταυτίζεται, στην ουσία των διαπιστώσεων, το πολιτικό διά ταύτα —η κρίσιμη απόφαση ως προς το πώς θα επηρεάσουν οι παραπάνω διαπιστώσεις την πολιτική πρακτική μας στο ορατό μέλλον— φαίνεται να αποκλίνει ουσιαστικά. Με δεδομένο τον σεβασμό και την παραγωγική κινηματική συμπόρευση με τους συντρόφους της παραπάνω Πρωτοβουλίας, δεν μπορούμε παρά να στεκόμαστε αμήχανοι απέναντι στην απόφασή τους να παρακάμψουν την επερχόμενη εκλογική μάχη και να μεταφέρουν το ερώτημα της εκλογικής τακτικής για ένα αόριστο και ακαθόριστο μέλλον.

Πώς θα συμβάλουμε στη δημιουργία άμεσων αναχωμάτων, εν μέσω αστάθειας και διαφαινόμενης νέας κρίσης του μεταμνημονιακού παραγωγικού μοντέλου, εάν δεν δώσουμε τη μάχη των επόμενων εκλογών με πλατιά συσπείρωση και φιλοδοξία εκπροσώπησης του κόσμου της εργασίας, της ανασφάλειας και του αγώνα; Πώς θα μιλήσουμε για ένα διεισδυτικό μεταβατικό πρόγραμμα χωρίς να αναμετριόμαστε με τα κυρίαρχα προβλήματα που συζητούν οι άνθρωποι της κοινωνικής μας όχθης;

Υπάρχει ορατή ταύτιση στην ανάγνωση της επιτακτικότητας της συγκυρίας. Το μόνιμο καθεστώς μεταμνημονιακής λιτότητας και αυταρχισμού συμπληρώνεται από την απειλή ενός νέου διπολισμού, που δεν προσφέρει ουσιαστική διέξοδο στα πιο άμεσα λαϊκά συμφέροντα. Αν αυτό είναι το άμεσο σχέδιο της αστικής στρατηγικής, η αριστερά πρέπει να προτάξει το δικό της, συγκεντρώνοντας δυνάμεις γύρω από τα κυρίαρχα ζητήματα που μπορούν να οικοδομήσουν πλατιές πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες.

Το ΜέΡΑ25 – Ενωτική Αριστερά βάζει στη συζήτηση την ανάγκη επανάκτησης των κοινωνικών υποδομών και των εργαλείων άσκησης πολιτικής, ώστε να αρχίσουμε να ξετυλίγουμε το νήμα της αντεπίθεσης που έχουμε ανάγκη. Επανοικειοποίηση δημόσιων αγαθών, εργαλεία ελέγχου και εθνικοποιήσεις των τραπεζών, σύγκρουση με τους πολεμοχαρείς σχεδιασμούς ΝΑΤΟ-ΕΕ, σπάσιμο της συμμαχίας με το Ισραήλ και εφαρμογή μιας ειρηνικής, πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, βασισμένης στο Διεθνές Δίκαιο και τη συνεργασία των λαών.

Χρέος της Αριστεράς είναι να ανοίγει τον ορίζοντα, να φωτίζει τη δυνατότητα, να επενδύει στην προοπτική. Η πλατιά συμπόρευση της Αριστεράς πάνω σε μια γραμμή όπως αυτή που προκύπτει από τα παραπάνω θα ήταν απολύτως αναγκαία και χρήσιμη, στον βαθμό που θα έκανε πιο ορατή και πιο ισχυρή μια τέτοια κατεύθυνση.

Οι «ασφαλείς» επιλογές και τα χαμηλά ρίσκα της προηγούμενης δεκαετίας δεν απέδωσαν τίποτα. Αντιθέτως, δυσχέραναν τους όρους με τους οποίους η Ριζοσπαστική Αριστερά προσπαθεί να ξαναμπεί στην κεντρική πολιτική σκηνή. Εξάλλου, οι πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες δίνουμε τις μάχες της εκάστοτε περιόδου δεν ανταποκρίνονται ποτέ στις επιθυμίες μας.

Πάντα κάτι λείπει, πολλά πράγματα θα μπορούσαν να έχουν γίνει διαφορετικά και είναι δεδομένο ότι είμαστε «ένοχοι» για πολλά από τα πολιτικά και οργανωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Η διέξοδος, όμως, είναι πάντα η συμμετοχή στις μεγάλες μάχες, ακόμα και αν αυτές εγκυμονούν ήττες. Μπορούμε να επιβιώσουμε από μια χαμένη μάχη. Όμως δεν μπορούμε να επιβιώσουμε αν δεν είμαστε κομμάτι της σύγκρουσης.